Airiños, airiños, aires

Airiños, airiños, aires,
airiños da miña terra,
airiños, airiños, aires,
airiños levaime a ela.

Sin ela vivir non podo,
non podo vivir contenta,
que a donde queira que vaia
cróbeme unha sombra espesa.
Cróbeme unha espesa nube
tal preñada de tormentas,
tal de soidás preñada
que a miña vida envenena.
Levaime, levaime, airiños,
como unha folliña seca,
que seca tamén me puxo
a callentura que queima.
¡Ay! si non me levás pronto,
airiños da miña terra,
si non me levás, airiños,
quisais xa non me conesan,
que a frebe que de min come
vaime consumindo lenta,
e no meu corazonciño
tamén traidora se ceiba.

[…]

Levaime, levaime, airiños,
levaime a donde espera
unha nai, que por min chora,
un pai que sin min n´alenta,
un irman por quen daría
a sangue das miñas venas,
e un amoriño, a quen alma
e vida prometera.
Si pronto non me levades
¡ay! morrerei de tristeza,
soia, nunha terra estraña
donde estraña me alomean,
donde todo canto, miro,
todo me dice ¡Estranxeira!

¡Ay! miña probe casiña!
¡Ay! miña vaca vermella,
años que balás nos montes
pombas qu´arrulás nas eiras,
mozas que atruxás bailando
redobre das castañetas,

[…]

¡Ai! quen fora paxariño
de leves alas lixeiras
¡Ai! con que prisa voara
toliña de tan contenta,
para cantar á alborada
nos campos da miña terra!
Agora mesmo partira,
partira como unha frecha,
sin medo as sombras da noite,
sin medo a noite negra;
e que chovera ou ventara,
e que ventara ou chovera,
voaría, voaría
hasta que alcansase a vela.
Pero non son paxariño
e irei morrendo de pena,
xa en lagrimas convertida,
xa en sospiriños desfeita.

[…]

Non permitás que aquí morra,
airiños da miña terra,
que inda penso que de morta
hei de sospirar por ela.
Aínda penso, airiños, aires,
que dimpois de morta sea
e aló polo campo santo,
donde enterrada me teñan,
pasés na calada noite
runxindo antre a folla seca,
ou murmurando medrosos
antre as brancas calaveras;
inda dimpois de mortiña,
airiños da miña terra,
Heivos de berrar: “ ¡Airiños,
airiños, levaime a ela!

Ανέμια, ανέμια, άνεμοι

Αγέρια, αγέρια, άνεμοι
Της γης μου αγέρια
Αγέρια, αγέρια, άνεμοι

Αγέρια πηγαίντε με ‘κει πέρα

Δίχως την να ζήσω δεν μπορώ
δεν μπορώ να ζήσω ευτυχισμένη
Που όπου κι αν βρεθώ
Από βαριά σκιά θα είμαι σκεπασμένη

Με σκεπάζει βαρύ το σύννεφο

από τόσες φουρτούνες κλονισμένη

βασανισμένη από τον νόστο πολύ

που τη ζωή μου την πικραίνει

Πάρτε με, πάρτε με αγέρια

σαν φυλλαράκι που μαραίνει
Έτσι μαραίνομαι κι εγώ

απο τον πόθο που με καίει

Αχ! Σαν δε με πάτε σύντομα

αγέρια απ’ τα πέρα μέρη

σαν δε με πάτε, αγέρια

ίσως πια κανείς να μην με ξέρει

πως από μένα τρώει ο πυρετός

και με αργοπεθαίνει

ενώ μες στην μικρή καρδούλα μου

η ίδια προδοσία μένει

[…]

Πάρτε με, πάρτε με αγέρια

πάρτε με εκεί που περιμένει

ένας γονιός που αναστενάζει

μια μάνα που για μένα κλαίει

ο αδερφός που για χατίρι τού ‘δεινα

το αίμα που μες στις φλέβες ρέει

και μια αγάπη, που την ψυχή

και την ζωή έχω δοσμένη.

Αν δεν με πάτε πίσω σύντομα

αχ! Θα πεθάνω πικραμένη,

μονάχη, σε τόπο ξένο

που ο κόσμος ξένη με λέει

που όπου κι αν κοιτάξω όλα

τα πάντα φωνάζουν «ξένη»


Αχ! Φτωχό μου σπιτικό!

Αχ! Γελάδα μου θρεμμένη

Αμνοί που βελάζουν στα βουνά

γλυκά που κελαηδάς περιστέρι,

αγόρια που τραγουδάτε στο χορό

στης καστανιέτας σας το γλέντι

[…]

Αχ! Ποιος να τανε πουλάκι

με απαλές φτερούγες ελαφρές

Αχ! Με τι βιάση θα πετούσα

τρελαμένη απ τις χαρές

Να τραγουδώ ξημέρωμα

στης πατρίδας τις πλαγιές

Τώρα δα θε νά ‘φευγα

δίχως να φοβόμουν τις σκιές

ωσάν σαϊτιά να έφευγα

δίχως του φόβου τις νυχτιές

κι αν έκανε βροχές κι ανέμια

κι αν έκανε ανέμια και βροχές

θα πετούσα, θα πετούσα

ως εκείνες τις βουνοκορφές

Μα πουλί δεν είμαι γω

και απ τη θλίψη θ’ αποθάνω

πια ένα δάκρυ θα γενώ

πληγωμένη θα στενάζω

[…]

Να πεθάνω μην μ’ αφήσετε εδώ

της πατρίδας μου αγέρια

διότι ακόμη και νεκρή

θε να ξεφυσώ για τα χαμένα

Κι όμως θαρρώ, αγέρια, άνεμοι

μόλις ο χάρος πάρει εμένα

πέρα εκεί στο κοιμητήριο

θαμμένη θα με χουν μέσα

περάστε μια νύχτα σιωπηλή

θροΐζοντας φύλλα μαραμένα

μες τις λευκές τις νεκροκεφαλές

θα μουρμουράτε φοβισμένα·

κι ο χάρος ακόμη κι αν με πάρει

της πατρίδας μου αγέρια

θε να φωνάξω «άνεμοι

αγέρια, πηγέντε με κει πέρα!» 


TRADUCIÓN AO GREGO DE CHRISTOS KOTSAKOPOULOS

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

DESCARGAR CARTEL-POEMA

descargar-pdf
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

< VOLVER A ROSALÍA É MUNDIAL
Share